Από την διαλεκτική του διαφωτισμού

Αυτό που είναι καινούριο δεν είναι το ότι η τέχνη είναι ένα εμπόρευμα, αλλά το ότι σήμερα παραδέχεται η ίδια ότι είναι εμπόρευμα. Το γεγονός ότι η τέχνη αρνείται την αυτονομία της και παίρνει με έπαρση τη θέση της ανάμεσα στα καταναλωτικά αγαθά προσθέτει τη γοητεία της καινοτομίας. Η τέχνη, ως απομονωμένη περιοχή, μπορούσε να υπάρχει μόνο στην αστική κοινωνία. Η τέχνη μπορεί να είναι άρνηση της κοινωνικής σκοπιμότητας (που επιβάλλεται στην αγορά και τη ρυθμίζει)· ωστόσο, η ελευθερίας της εξακολουθεί να εξαρτάται από τις συνθήκες της εμπορευματικής οικονομίας. Τα «καθαρά» έργα τέχνης που αρνούνται την εμπορευματική κοινωνία επειδή απλώς υπακούουν  στον δικό τους νόμο, είναι και ήταν πάντα εμπορεύματα: στο μέτρο που η προστασία των αγοραστών προστάτευε τους καλλιτέχνες από την αγορά μέχρι τον 18ο αιώνα, οι καλλιτέχνες εξαρτιόταν από τους αγοραστές και από τις προθέσεις των τελευταίων. Η μη σκοπιμότητα του σύγχρονου μεγάλου έργου τέχνης εξαρτάται από την ανωνυμία της αγοράς. Τα αιτήματα της αγοράς περνούς από τόσους πολλούς μεσάζοντες, που ο καλλιτέχνης ξεφεύγει, ως ένα βαθμό, από τις συγκεκριμένες απαιτήσεις· ως ένα βαθμό, γιατί, σ’ ολόκληρη την αστική ιστορία, η αυτονομία του καλλιτέχνη (που απλώς ήταν ανεκτή) περιείχε ένα στοιχείο αναλήθειας, που οδήγησε τελικά στην καταστροφή της τέχνης. Ο Μπετόβεν, μια φορά που ήταν σοβαρά άρρωστος, πέταξε μακριά το μυθιστόρημα του Γουόλτερ Σκοτ που διάβαζε φωνάζοντας: «Τον παλιάνθρωπο! Γράφει για τα λεφτά!» Ωστόσο, αυτό δεν τον εμπόδισε να φανεί πολύ έμπειρος και πεισματάρης επιχειρηματίας στη διάθεση των τελευταίων κουαρτέτων του- που ήταν η πιο μεγάλη άρνηση της αγοράς της εποχής· ο Μπετόβεν είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ενότητας των αντιθέτων (αγοράς και αυτονομίας) στην αστική τέχνη. Θύματα της ιδεολογίας είναι εκείνοι που σκεπάζουν την αντίφαση αντί να την ξεπερνούν συνειδητά μέσα από την ίδια τους την παραγωγή, όπως έκανε ο Μπετόβεν: έκφρασε στη μουσική του την οργή που ένιωσε όταν έχασε λίγα χρήματα, και δανείστηκε από τις απαιτήσεις της οικονόμου του (που ήταν δυσαρεστημένη γιατί δεν είχε πάρει ακόμη το μισθό του μήνα) αυτό τα μεταφυσικό Es Muss Sein, που προσπαθεί να παραμερίσει τις πιέσεις του κόσμου υπερβαίνοντάς τις αισθητικά. Η αρχή της ιδεαλιστικής αισθητικής- η σκοπιμότητα χωρίς σκοπό- είναι η αντιστροφή του σχήματος στο οποίο υπακούει- κοινωνικά- η αστική τέχνη: στην απουσία σκοπιμότητας για τους σκοπούς που καθορίζει η αγορά. Στο τέλος, χάρη στην απαίτηση για ψυχαγωγία και διασκέδαση, ο σκοπός ξεπερνάει την απουσία σκοπιμότητας. Αλλά, καθώς γίνεται απόλυτη η αξίωση να γίνει η τέχνη αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης, αρχίζει να διακρίνεται μια μετατόπιση στην εσωτερική οικονομική δομή των εμπορευμάτων της κουλτούρας. Γιατί η χρησιμότητά τους, για την οποία ενδιαφέρονται οι άνθρωποι της ανταγωνιστικής κοινωνίας, είναι ακριβώς, ως ένα μεγάλο βαθμό, η παρουσία του άχρηστου, που έχει, μολαταύτα, εξαφανιστεί χάρη στην πλήρη υπαγωγή του στο χρήσιμο. Το έργο τέχνης, επειδή εξομοιώνεται ολοκληρωτικά με την ανάγκη, εμποδίζει τους ανθρώπους να απελευθερωθούν από την αρχή της χρησιμότητας, ενώ θα ‘πρεπε να κάνει το αντίθετο. Αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί χρηστική αξία στην αποδοχή των εμπορευμάτων της κουλτούρας αντικαθίσταται από την ανταλλακτική αξία· αντί να αναζητάει κανείς την απόλαυση, αρκείται στη συμμετοχή στις «καλλιτεχνικές» εκδηλώσεις και στην «ενημέρωσή» του, αντί να προσπαθήσει να γίνει ένας γνώστης, προσπαθεί να αποκτήσει κύρος. (…) Το καθετί βλέπεται μόνο από μία άποψη: από το αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάτι άλλο, όσο κενή κι αν είναι αυτή η έννοια της χρησιμοποίησης. Κανένα αντικείμενο δεν έχει μια εγγενή αξία· έχει αξία μόνο στο μέτρο που μπορεί να ανταλλαχτεί. Η χρηστική αξία της τέχνης, το γεγονός ότι υπάρχει, θεωρείται φετίχ, και το πραγματικό φετίχ- η κοινωνική αξία του έργου τέχνης (που παρουσιάζεται εσφαλμένα ως καλλιτεχνική αξία)- γίνεται η μόνη χρηστική αξία, η μόνη ποιότητα την οποία απολαμβάνουν οι καταναλωτές. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο εμπορευματικός χαρακτήρας της τέχνης εξαφανίζεται ακριβώς τη στιγμή που πραγματώνεται πλήρως, τη στιγμή που η τέχνη έχει γίνει ένα εμπόρευμα ανάμεσα στα άλλα και έχει εξομοιωθεί με τη βιομηχανική παραγωγή· τη στιγμή που μπορεί κανείς να την αποκτήσει και να την ανταλλάξει. Αλλά η τέχνη, ως τύπος εμπορεύματος που υπάρχει για να πουληθεί και για να μείνει τελικά κάτι που δεν πουλιέται, μετατρέπεται- υποκριτικά- σε «κάτι που δεν πουλιέται» ακριβώς τη στιγμή που το κέρδος παύει να είναι μόνο ο σκοπός της και γίνεται η ίδια η αρχή της. Ένα κονσέρτο που διευθύνει ο Τοσκανίνι και που μεταδίδεται από το ραδιόφωνο δεν πουλιέται. Το ακούει κανείς δωρεάν, και κάθε ήχος της συμφωνίας μοιάζει να συνοδεύεται από κείνη την ανώτερη μορφή διαφήμισης που μας λέει ότι η συμφωνία δεν διακόπτεται καθόλου από οποιαδήποτε διαφήμιση: «αυτό τα κονσέρτο σας προσφέρεται ως δημόσια υπηρεσία». Η απάτη αυτή πραγματοποιείται χάρη στα κέρδη των βιομηχανιών αυτοκινήτων και σαπουνιών, που χρηματοδοτούν τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και, φυσικά, χάρη στις αυξημένες πωλήσεις της ηλεκτρικής βιομηχανίας που κατασκευάζει τα ραδιόφωνα. (…)

Από σήμερα κιόλας η βιομηχανία της κουλτούρας φτιάχνει τα έργα τέχνης όπως τα πολιτικά σλόγκαν και τα επιβάλλει, με χαμηλές τιμές, σ’ ένα διστακτικό κοινό· είναι προσιτά σ’ όλους, όπως οι δημόσιοι κήποι. Αλλά η εξαφάνιση του γνήσιου εμπορευματικού χαρακτήρα τους δεν σημαίνει ότι έχουν ενσωματωθεί στη ζωή μιας ελεύθερης κοινωνίας, αλλά ότι έχει αποτύχει και η τελευταία άμυνα τους απέναντι στη μετατροπή τους σε πολιτισμικά αγαθά. Η εξαφάνιση μιας κουλτούρας για προνομιούχους δεν βάζει τις μάζες στις περιοχές εκείνες από τις οποίες αποκλείονταν παλιότερα, αλλά προκαλεί ακριβώς, μέσα στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες, την παρακμή της κουλτούρας και προωθεί τη βάρβαρη ασυναρτησία των πνευμάτων. (…) Ακόμη και κατά την πρώτη περίοδο του συστήματος η ανταλλακτική αξία δεν κουβαλούσε μαζί της, ως απλό συμπλήρωμα, την χρηστική αξία, αλλά την ανέπτυσσε ως προϋπόθεση για την ίδια της την ύπαρξη: αυτό ήταν κάτι που βοηθούσε, κοινωνικά, τα έργα τέχνης. Η τέχνη επέβαλε ορισμένα όρια στον αστό, στο μέτρο που στοίχιζε χρήματα. Αυτό ανήκει σήμερα στο παρελθόν. Σήμερα, που η τέχνη δεν ξέρει πια από όρια και που το χρήμα έχει χάσει τη μεσολαβητική του αξία, η τέχνη ολοκληρώνει την αλλοτρίωση εκείνων που την πλησιάζουν και τους εξομοιώνει κάτω από τη σημαία της θριαμβεύουσας αντικειμενικότητας. (…) Τώρα, τίποτε δεν φαίνεται πια ακριβό στους καταναλωτές. Μολαταύτα, υποψιάζονται ότι όσο φτηνότερο είναι ένα πράγμα τόσο λιγότερο το αποκτούν δωρεάν. (…) Τα σημερινά υποβαθμισμένα έργα τέχνης παρέχονται σχεδόν δωρεάν· ωστόσο, απορρίπτονται σιωπηλά από τους τυχερούς αποδέκτες μαζί με τη σαβούρα με την οποία τα εξομοιώνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Υποτίθεται ότι οι καταναλωτές πρέπει να ικανοποιούνται από το απλό γεγονός ότι υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα να ακούσουν και να δουν. Πράγματι, όλα είναι προσιτά. (…)

Η κουλτούρα είναι ένα αλλόκοτο εμπόρευμα. Είναι τόσο πολύ υποταγμένη στο νόμο της ανταλλαγής, που δεν ανταλλάσσεται πια· στηρίζεται τόσο πολύ στην κατανάλωση, που δεν μπορεί πια να καταναλωθεί. Γι’ αυτό συγχωνεύεται με τη διαφήμιση. Τα κίνητρα είναι κατά βάθος οικονομικά. (…) Στην ανταγωνιστική κοινωνία, η διαφήμιση είχε ως κοινωνική λειτουργία την καθοδήγηση του καταναλωτή στην αγορά· διευκόλυνε την επιλογή και βοηθούσε ον άγνωστο αλλά και πιο επιδέξιο κατασκευαστή να πουλήσει το εμπόρευμά του. Δεν στοίχιζε χρόνο αλλά τον εξοικονομούσε. Σήμερα η ελεύθερη αγορά κινδυνεύει να εξαφανιστεί, και η διαφήμιση χρησιμεύει σαν καταφύγιο σ’ εκείνους που οργανώνουν και ελέγχουν το σύστημα. Σφίγγει τους δεσμούς που ενώνουν τους καταναλωτές με τα μεγάλα τραστ. (…)

σσ. 182-188

ADORNO, Theodor W.- HORKHEIMER, Max, Dialektik der Aufklärung, Fischer Verlag, Frankfurt am Main 1988 (μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Η διαλεκτική του διαφωτισμού, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1986)

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s